Το Εργαστήρι μου – Δέσποινα

Φεβ 18, 2011 by     3 Σχόλια    Κατηγορία: Μαθητες, Το Βιβλιο

Για μένα, η απάντηση στις ερωτήσεις της Σίσης δεν είναι εύκολη υπόθεση και αυτό οφείλεται σε δύο λόγους, κατά πρώτον στο ότι δυσκολεύομαι πολύ σήμερα να μπω στο συναισθηματικό κόσμο αυτής της ηλικίας και κατά δεύτερον δε θυμάμαι πολλά πράγματα από την καθημερινή μου ζωή στο Εργαστήρι. Στη μνήμη μου έχω περισσότερο αισθήσεις, τη μυρουδιά από το κοκκινόχωμα της πίσω αυλής, τις φωνές των παιδιών που τρέχουν να βγουν για διάλλειμα, την εικόνα από το ντουλάπι μου στην Δ΄ Δημοτικού και λιγότερο γεγονότα. Θα κάνω μια απόπειρα γνωρίζοντας πάντα ότι οι σκέψεις μου περνούν από το φίλτρο της ενήλικης κατάστασής μου.

Τα χρόνια του δημοτικού σχολείου κάθε άλλο παρά σαν ανέμελα έχουν καταγραφεί στη μνήμη μου και δε θα μπορούσα να πω ότι νοσταλγώ σήμερα το χαμένο παράδεισο των σχολικών μου χρόνων. Για μένα δεν ήταν η κάθε μέρα γιορτινή με νέες, χαρούμενες εκπλήξεις να με περιμένουν σε κάθε γωνία για να με παρασύρουν σ’ ένα καινούριο θαύμα. Το διαζύγιο των γονιών μου, οι δικές μου μικρές καθημερινές ανασφάλειες που μου χρειάστηκαν αρκετά χρόνια να τις ξεπεράσω ή απλώς να τις τακτοποιήσω μέσα μου είναι συνυφασμένες με αυτή τη φάση της ζωής μου.

Όταν προσπαθώ να θυμηθώ την καθημερινότητά μου στο Εργαστήρι όλα ξεκινούν πάντα από τη διαδρομή με το σχολικό. Θυμάμαι που τα πρώτα χρόνια υπήρχε ένα λεωφορειάκι το περίφημο «λουκάνικο» στο οποίο καθόμουν μαζί με την Πέλια που έφυγε νωρίς από το σχολείο και μου λείπει ακόμη. Μετά εμφανίζεται μπροστά μου το γνωστό κίτρινο σχολικό με οδηγό τον κύριο Ερμή. Οι κασέτες του Χάρυ Κλύν παιάνιζαν στη διαπασών στη διάρκεια της διαδρομής προς το σχολείο κι εμείς ακούγαμε κι άλλες φορές τραγουδούσαμε αυτά τα «παιδικά» τραγούδια …

Θυμάμαι με πολλή αγάπη την Πρώτη Δημοτικού και την ιστορία που είχε επινοήσει η Λουίζα με τη φάλαινα Μαρίδα Κατσαρίδα που μας έπαιρνε στην πλάτη της και ταξιδεύαμε. Ακολουθούσαμε τις ιστορίες της αγαπημένης μας φάλαινας και χωρίς να το καταλαβαίνουμε μαθαίναμε να διαβάζουμε και να γράφουμε. Στο μάθημα της αντιγραφής χρησιμοποιούσαμε τα γνωστά τετράδια, ο μισός χώρος για να γράψεις και ο άλλος μισός για να ζωγραφίσεις κάτι σχετικό. Στην αριθμητική παίρναμε εκείνα τα μαγικά χρωματιστά ξυλάκια για να μάθουμε να κάνουμε πράξεις.

Σε μεγαλύτερες τάξεις ανακαλώ την εικόνα των εκλογών, όποιος έβαζε υποψηφιότητα έπρεπε να σηκωθεί όρθιος και να εξηγήσει στους άλλους γιατί θέλει να τον ψηφίσουν. Μια αληθινή μύηση στην πραγματική συμμετοχή και στις δημοκρατικές διαδικασίες. Από αυτή την εμπειρία νομίζω ότι κληρονόμησα την αγάπη μου για τις συλλογικές διαδικασίες μαζί με την πίστη ότι τα περισσότερα προβλήματα λύνονται με συζήτηση.

Νομίζω ότι από όλα τα πράγματα που κάναμε στο Εργαστήρι, περισσότερο αγαπούσα τις Ομάδες, την ομάδα της Μουσικής όπου παίζαμε και συνθέταμε μουσικά κομμάτια για να τα παρουσιάσουμε στην τελική γιορτή, την ομάδα των τεχνικών με τις κατασκευές όπου κολλούσαμε τα υλικά μας με την περίφημη Atlacole. Θυμάμαι ακόμη μέχρι σήμερα τη δασκάλα μας την Ελένη που όταν διαπίστωσε ότι δεν είχα αγοράσει φλογέρα, μου χάρισε μυστικά μία και μου την έδωσε μ ένα συνωμοτικό ύφος και με την υπόσχεση να μην το πω σε κανέναν.

Παρ’ όλ’ αυτά το Εργαστήρι έχει καταγραφεί μέσα μου σαν ένας χώρος μεγάλων αντιθέσεων, στην τάξη μου, παρά τις προσπάθειες των δασκάλων για ισότιμη αντιμετώπιση, υπήρχαν τα παιδιά που ξεχώριζαν και ήταν δημοφιλή και αγαπητά από τους περισσότερους καθώς και αυτά που αρκετές φορές γινόταν αντικείμενο χλευασμού και κοροϊδίας γιατί είχαν μια διαφορετικότητα που δεν γινόταν πάντα αποδεκτή. Ακόμη κι αυτό μπορεί να είναι σήμερα ένα μάθημα για το πώς άνθρωποι που μεγαλώνουν μέσα σ’ ένα, κατά γενική ομολογία ελεύθερο περιβάλλον, μπορεί να διατηρούν και να εκφράζουν τις αγκυλώσεις και τις προκαταλήψεις του εξωτερικού κόσμου που τους περιβάλλει. Θα ήταν άδικο να κατηγορήσω το Εργαστήρι γι αυτό. Η καθημερινότητα του καθενός μας μέσα στο σχολείο δεν ήταν ξεκομμένη από την ζωή μας έξω απ’ αυτό.

Τελειώνοντας την ΣΤ’ Δημοτικού και πηγαίνοντας στο Γυμνάσιο βρέθηκα στη γνωστή κατάσταση σοκ και για αρκετό καιρό αισθανόμουν σαν το ψάρι έξω από το νερό. Η Α’ Γυμνασίου ήταν ένας αδιάκοπος αγώνας με το σχολικό σύστημα της «αξιολόγησης» που αντιμετώπιζε τον καθένα από εμάς με καχυποψία και στο οποίο έπρεπε να αποδείξουμε ότι αξίζαμε για να πάρουμε την ανταμοιβή μας, τον καλό βαθμό. Μου φαινόταν τελείως παράλογη όλη αυτή η νέα πραγματικότητα και το έκανε ακόμη δυσκολότερο το γεγονός ότι όλοι οι υπόλοιποι συμμαθητές μου τη θεωρούσαν φυσιολογική.. .

Ακόμη και σήμερα προσπαθώ να καταλάβω τι ακριβώς πήρα σαν εφόδιο από το Εργαστήρι και νομίζω ότι τελικά αυτό που κληρονόμησα είναι μια αληθινή απέχθεια για την εξουσία με όποιο πρόσωπο κι αν αυτή εμφανίζεται. Ζώντας και λειτουργώντας καθημερινά σ’ ένα περιβάλλον ελευθερίας και σεβασμού που δεν σχετιζόταν απαραίτητα με την τάξη, την ηλικία ή άλλους παράγοντες, δεν μπορώ με τίποτα να δεχτώ την επιβολή της φυσικής, πνευματικής δύναμης ενός ανθρώπου απέναντι σε κάποιον άλλο όποια ιδιότητα ή σχέση υπάρχει μεταξύ τους (εργοδότης- εργαζόμενος, καθηγητής- μαθητής, γονέας- παιδί). Δεν ξέρω αν αυτό μου έχει βγει σε καλό γιατί σε μια κοινωνία που στηρίζεται σ’ αυτό το παιχνίδι της εξουσίας τόσο πολύ, εμφανίζεσαι από παράλογος έως απροσάρμοστος όταν έχεις άλλους κανόνες και απόψεις.

Στα χρόνια που μεσολάβησαν από τότε που τελείωσα το δημοτικό μέχρι σήμερα, βρέθηκαν πάρα πολλές αφορμές που με έβαλαν να ξανασκεφτώ τον τρόπο με τον οποίο μαθαίναμε στο Εργαστήρι όσα πρέπει να ξέρει ένα παιδί που είναι 11-12 χρόνων. Τελικά τί έχει μεγαλύτερη σημασία, ο όγκος της γνώσης και τα γνωσιακά εφόδια που θα αποκομίσεις ή η διάθεση ή καλύτερα να πω η αγάπη που μπορεί ν’ αναπτύξεις απέναντι στην ίδια τη γνώση; Η πλειοψηφία των παιδιών που συναντώ σήμερα στην καλύτερη περίπτωση βαριούνται το σχολείο τους και αντιμετωπίζουν τα μαθήματα ή ότι τους τα θυμίζει (π.χ. διάβασμα εξωσχολικών βιβλίων) με αποστροφή. Εγώ όμως αγάπησα και αγαπάω ακόμη το ταξίδι της μάθησης κι αυτό οφείλεται μάλλον στο ίδιο το Εργαστήρι.

Ακόμη κι αν τελικά δεν καταφέρνω να το εκφράσω, αισθάνομαι ότι αυτό το σχολείο επιδρά επάνω μου μ’ ένα μαγικό τρόπο μέχρι σήμερα και αυτό το διαπίστωσα στην 1η συνάντηση στη «Σχεδία» όπου ξεκινήσαμε να συζητάμε για το βιβλίο και ένιωσα ότι υπήρχε μεταξύ μας ένας κοινός κώδικας, μια υπέροχη οικειότητα, άνεση και τρυφερότητα παρά το γεγονός ότι τους περισσότερους από εσάς είχα να τους συναντήσω χρόνια. Μια αίσθηση χαμένων αδερφιών που ξανασυναντιούνται και συνεχίζουν τη συζήτηση από εκεί που την άφησαν…

17 προς 18/02/11

Δέσποινα Καββαδία

3 Σχόλια + Το σχόλιό σου

  • Φανταστικό κείμενο. Συμφωνώ απόλυτα μαζί σου, συνεχίζουμε την συζήτηση από εκεί που την αφήσαμε. Το μόνο νομίζω που έχει αλλάξει είναι η Δευτέρα. Έγινε Παρασκευή. Όλα τα άλλα είναι ίδια: "…μια υπέροχη οικειότητα, άνεση και τρυφερότητα".

  • Μπράβο Δέσποινα! Εξαιρετικά τα έγραψες! Με εκφράζει ιδιαίτερα η τελευταία σου φράση "Μια αίσθηση χαμένων αδερφιών…"

    ΥΓ: Η μυρωδιά της Atlacol είναι *άμεσα* συνδεδεμένη με το Εργαστήρι για 'μένα. Εργαστήρι χωρίς Atlacol δεν νοείται :ο)
    Ελισώ

  • Mε αγγίζει ιδιαίτερα το σχόλιό σου για την αποστροφή που νοιώθεις απέναντι σε οποιαδήποτε μορφή εξουσίας!!! Όπως έχω κι εγώ τις αμφιβολίες μου για το αν είναι θετική αυτή η αποστροφή για εξουσία για εμάς. Απλά σκέφτομαι πως είμαστε, μέσω της διαφορετικότητάς μας, απαραίτητο συστατικό της κοινωνίας και αυτό με καθησυχάζει…

Σχολιάστε το Άρθρο

Πρέπει να είστε συνδεδεμένος για να σχολιάσετε.