Το Εργαστήρι μου – Τόνυ

Φεβ 11, 2011 by     2 Σχόλια    Κατηγορία: Μαθητες, Το Βιβλιο

Προειδοποίηση

Ο συγγραφέας αυτού του κειμένου σας εφιστά την προσοχή, θεωρεί τον εαυτό του έναν αξιόπιστο ψεύτη. Μην πιστεύετε ούτε μια λέξη από αυτά που λέει και γράφει.

Πρόλογος
Στην διάθεση του αναγνώστη υπάρχουν τρεις εκδοχές κειμένων. Κάθε μία είναι χρήσιμη για τον εαυτό της και όλες μαζί παρουσιάζουν μια υποκειμενική προοπτική για ένα σχολείο απερίγραπτο. Η πρώτη, αφορά τους αφαιρετικούς και τους νοητικά πολυάσχολους. Η δεύτερη, αφορά τους πραγματιστές και τους εν δυνάμει τελειομανείς. Η τρίτη, αφορά τους συναισθηματικούς και τους εντελεχής φαντασιόπληκτους. Επιλέξτε ελεύθερα ότι σας ταιριάζει!

Ερωτήσεις – Κατευθύνσεις
1. Τι σήμαινε για μένα το σχολείο τότε;
2. Τι σημαίνει για μένα τώρα η εμπειρία του τότε;
3. Κάτι που θυμάμαι από το Εργαστήρι μ’ ευχαρίστηση
4. Κάτι που θυμάμαι να με είχε στεναχωρήσει
5. Τι άλλο θα ήθελα να πω

 

Α. Για τους φίλους της Σοφίας

«Ελευθερία Έκφρασης»

 

Β. Για τους φίλους της Λογικής

1.

Το Εργαστήρι ήταν το Δώρο της Ζωής. Ήταν και Τύχη. Και ήταν σίγουρα μία συμφωνία έκφρασης, μία εν χορώ σκηνή ελευθερίας μέσα σε μια κοινωνία μετα-πολιτευτικά καταπιεστική. Μέσα σε μια εκπαιδευτική παράδοση του Αγγλο-Σαξωνικού προτεσταντισμού που λειτούργησε αποκλειστικά για την ατμομηχανή της Βιομηχανικής Επανάστασης στις αρχές του 20 αιώνα.

Το Εργαστήρι αντιστάθηκε, όσο και όπως μπορούσε την εποχή εκείνη. Σαν επαναστάτης συνείδησης. Οι άλλοι έπλαθαν σαν γλύπτες εξειδικευμένα ανθρωποειδή ρομπότ για τις γραμμές παραγωγής, και το Εργαστήρι φρόντιζε με υπομονή και περίμενε αβίαστα να ανθίσουν τα λουλούδια του, οι μαθητές του και οι ομορφιές τους.

Οι μνήμες όλων μας είναι φαντάζομαι ακόμα δυνατές:

Οι δάσκαλοι-συμμαθητές. Οι συμμαθητές-δάσκαλοι. Η δημιουργική πράξη. Η αυτόνομη σκέψη. Ο σεβασμός. Οι φίλοι. Τα μικρά ονόματα. Πώς μπορείς να περιγράψεις μια ουτοπία;

«Τζιν Τόνικ; Δεν θα το βάλεις ποτέ αυτό στο στόμα σου!»
Σοφία

2.

Το Εργαστήρι, τώρα πια, είναι ο κοινός μας βιότοπος. Είναι ο φλογερός και αβασάνιστος μας έρωτας. Μια απερίγραπτη εμπειρία αλλά και μια ατέρμονη νοσταλγία. Είναι – αφού μας ακολουθεί πάντα – δροσερός άνεμος στα πανιά μας, στο πηγαιμό για την «Ιθάκη».

«Παιδιά, το έχετε παρατραβήξει το σχοινί. Κάτι πρέπει να κάνετε.»
Στάθης

3.
Από το Εργαστήρι μπορεί να θυμόμαστε λίγα πράγματα. Αλλά νοιώθουμε πολλά.

Ποιος μπορεί να ξεχάσει τις ζωγραφιές στον τοίχο, τις παραστάσεις, τις φλογέρες, τα μεταλλόφωνα, το δωμάτιο μουσικής, το χημείο, τον πολύγραφο, τα περιοδικά, τις ακροστιχίδες, την καντίνα, τα τρίγωνα γάλατα, τα τυράκια, τα σάντουιτς με σοκολάτα, το γήπεδο, το ποδόσφαιρο, την είσοδο, το κίτρινο σχολικό.

Ποιος μπορεί να θυμηθεί τι χρώμα είχαν οι ποδιές που δεν φοράγαμε, πόσο πόναγε ο χάρακας με τον οποίο δεν μας έδερναν, ποιο εξώφυλλο είχε το βιβλίο των Θρησκευτικών που ποτέ δεν ανοίξαμε. Ποιος μπορεί να θυμηθεί τις βαθμολογίες που δεν παίρναμε, το κουδούνι που ποτέ δεν χτύπαγε. Ποιος μπορεί να θυμηθεί την καταπιεστική εξουσία που ποτέ δεν νοιώσαμε.

Εγώ πάντως θυμάμαι την πορεία, μια προς την είσοδο, μια προς την σκάλα. Θυμάμαι και το κοκκινόχωμα. Τον αυθορμητισμό. Το «γκαζόν». Θυμάμαι κυρίως την χαρά της στιγμής και το χαλαρό παιχνίδι της μάθησης.

«Έλα ρε Τόνυ, μην κάνεις τόση φασαρία»
Ιωάννα και Λουίζα εναλλάξ

4.

Από το Εργαστήρι δεν θέλω να κουβαλάω τις σκανταλιές. Το βίωμα αυτό το κρατάω πάνω μου, για να μην ξεχάσω ποτέ πως η ψυχή είναι ευαίσθητη, λυγίζει και σπάει στην πρώτη δυσκολία. Αν θα άλλαζα ή καλύτερα, αν θα βελτίωνα κάτι από το Εργαστήρι θα ήταν αυτό: λιγότερες σκανταλιές και πειράγματα. Διότι κατάλαβα – έστω και μετά από 28 χρόνια – πως κανένας δεν έχει το δικαίωμα να ταράζει την ισορροπία του άλλου, ακόμα και ένας συμπαθής άτακτος συμμαθητής.

«ΜΗΤΕ ΑΛΓΕΙΝ ΚΑΤΑ ΣΩΜΑ ΜΗΤΕ ΤΑΡΑΤΤΕΣΘΑΙ ΚΑΤΑ ΨΥΧΗΝ»
Επίκουρος

5.

Το Εργαστήρι ήταν Δώρο. Μας το έδωσαν χωρίς όρους. Ανιδιοτελώς. Οι γονείς μας, που ρίσκαραν, αλλά και οι δάσκαλοι, που μας φρόντισαν και μας αγάπησαν ως παιδιά τους.

Το Εργαστήρι ήταν μια εμπειρία απερίγραπτη. Ενώ δεν ακολουθούσε τους ασφαλείς συμβατικούς κανόνες της εποχής, η λειτουργία του ήταν απόλυτα φυσιολογική και σχεδόν απόλυτα επιτυχημένη. Οι δύσκολες στιγμές ήταν ελάχιστες και όταν γίνονταν σοβαρές, πάντα τις λύναμε όλοι μαζί με συζήτηση, είτε στις τάξεις είτε στην Συνέλευση της Δευτέρας!

Το Εργαστήρι το νοιώσαμε, το απολαύσαμε, το χαρήκαμε. Όλοι. Λυπάμαι πολύ που δεν μπόρεσαν όλα τα παιδιά να φτάσουν μέχρι την έκτη τάξη και να ολοκληρώσουν αυτό το φανταστικό βίωμα που ονομάζουμε: «Εργαστήρι».

Έντονη – και για πολλά χρόνια κρυφή – επιθυμία μου είναι το Εργαστήρι να λειτουργήσει κάποτε ξανά, για να απολαύσουν και άλλα παιδιά την ομορφιά της μάθησης, την χαρά της δημιουργίας, την ελευθερία της έκφρασης. Ποιος ξέρει, ίσως κάποτε…

«Σας ευχαριστώ όλους, μέσα από την καρδιά μου!»
κύριος Ερμής

 

Γ. Για τους φίλους της Καρδιάς

1.

Σεπτέμβριος 2010. Βρέχει. Νομίζω ότι κρατάω την Ζωή στην αγκαλιά μου. Μάλλον εκείνη με κρατάει. Μου χαμογελάει. Ευχάριστα. Με ρωτάει: «Το δώρο που σου έκανα τότε, το θυμάσαι;”» Την κοιτάω στα μάτια και την απολαμβάνω με απληστία. Μια αναπνοή μακριά της είμαι. Η βροχή γλυκιά, χορεύει και με αναστατώνει. Δεν θυμάμαι, σκέφτομαι. «Όχι!», της λέω τρυφερά, μήπως και ξεφύγω. Ο ήρεμος αέρας της πόλης μυρίζει γαλάζια θολή σιωπή. Εκείνη πιάνει το χέρι μου. Συνεχίζει να βρέχει. «Κάποια στιγμή, όταν καταλάβεις το δώρο που σου έκανα, θέλω να μου το επιστρέψεις. Τότε δεν θα σου είναι χρήσιμο. Κάποιος άλλος θα το έχει περισσότερη ανάγκη.» λέει ήρεμα, μπλέκοντας τους ήχους της νυχτερινής αύρας με την ζεστή ανάσα της.

Παρατηρώ αθόρυβα και περιμένω στο ασυνείδητο. Σκέφτομαι τι πρέπει να κάνω, αλλά χάνω αυτό που συμβαίνει. Βρέχει ασταμάτητα, μέσα μου. Αρχίζω να χάνομαι. Περπατάω με το νου αργά προς τα πίσω. Βαριά. Κοπιαστικά. Νοσταλγικά.

Ιούλιος 1982. Ο Καθρέφτης είναι σιωπηλός. Το δωμάτιο αχνά σκοτεινό. Το φεγγάρι μακρινό και διάφανο. The Long and Winding Road. Το τραγούδι αιωρείται σαν άχρωμο χιόνι στο πικάπ. Με χαράζει. Με σημαδεύει. Βαθιά. Στην απύθμενη άβυσσο, την μυστικά εσωτερική. Ξεκινά η αναγκαστική συνθήκη της απώλειας των φίλων. Μια απόχρωση. Μια ουσία. Μια Αέναη Μελαγχολία. Οι μνήμες πρόσφατες και δυνατές. Η εκδρομή που άλλαξε την φύση μου, που λοξοδρόμησε την ρότα της μοίρα μου. Η Ακράτα. Εκείνη. Οι αγαπημένοι οι φίλοι. Οι αναμνήσεις οι πολύχρωμες. Το Εργαστήρι είναι τώρα παρελθόν. Αρχίζει η βιωματική μελαγχολία της απώλειας. Σιωπή.

Ο καθρέφτης έχει κι άλλες ιστορίες. Βλέπω μια σκιά στον δεξί μου ώμο. Δεν δίνω σημασία. Οι στάλες πέφτουν ελεύθερα έξω από το παράθυρο. Συνεχίζω την περιπέτεια προς το «δώρο» της, ανάποδα τώρα, από πίσω προς τα εμπρός.

2.

Σεπτέμβριος 2010. Η φωνή της με αιχμαλωτίζει πίσω στη γη και μακριά από τους αιθέρες. «Βρέχει ακόμα.» μου λέει. «Λιγότερο», προσθέτω. Η νύχτα τελειώνει. Τα μάτια της, ζωντανά σαν τα ξεχασμένα άστρα των ουρανών, περιμένουν. Να καταλάβω. Κάποια μέρα. Ίσως κάποια νύχτα. Την φιλάω αθώα όπως πάντα και συνεχίζω την αναζήτηση. Την πορεία προς ένα ομιχλώδες παρελθόν. Το Εργαστήρι δεν υπάρχει πια. Είναι ένα κενό. Μια ιδέα. Ευχάριστη, αλλά ανύπαρκτη. Νοιώθω κάποια ίχνη αδυναμίας να με πλησιάζουν. Απομακρύνονται όμως. Η βροχή μόλις σταμάτησε. Τώρα τα φύλλα των δέντρων ξεκουράζονται στις ευωδιές της χωμάτινης έκφρασης. Μαζί και εγώ.

Κοιτάω διστακτικά, από το παρόν, το σχολείο μας. Είναι ο τόπος της αιώνιας ανέμελης άνοιξης. Ένας φλογισμένος αβασάνιστος έρωτας. Μια απερίγραπτη οργιαστική χορογραφία. Μια περιδίνηση στις τροχιές της αρμονικής άμορφης δημιουργίας.

Σβήνω για λίγο τις σκέψεις. Η μελαγχολία της απώλειας κυλάει γρήγορα, αλλά δεν προσπερνάει. Αντέχω, τόσα χρόνια. Ξημερώνει απρόσμενα. Ένα τρελό σύννεφο χαμογελάει. Πετάω ξανά προς τα πίσω.

3.

Μάιος 1981. Βρίσκομαι σε ένα όνειρο μέσα σε ένα όνειρο. Οι θολές εικόνες είναι πια κρυστάλλινα καθαρές. Ο τοίχος ανθίζει λαμπερά χρώματα. Οσμές απαράμιλλης ομορφιάς με μυούν σε ανείπωτες εμπειρίες.

Ακούω τον ήλιο φλογισμένα να τραγουδάει με μια μεταξένια απείθαρχη φωνή. Διακρίνω τον ήχο γέλιου μεταλλικού. Τον βλέπω. Χορεύει. Ήρεμα. Χαλαρά. Τιθασεύω απρόθυμα τους χτύπους της καρδιάς. Λιώνω για έναν αναπάντεχο αλλά ανέφικτο έρωτα αθώο.

Είμαι στο σχολείο μας. Τώρα ανασαίνω ανέμελα, μια προς την είσοδο, μια προς την σκάλα. Πάνω κάτω. Μέσα έξω. Μαζεύω κοκκινόχωμα για το σπίτι. Αυθόρμητα. Χαίρομαι την στιγμή. Παίζω μαθαίνοντας.

Όλος ο τοίχος μια ζωγραφιά ο πολύγραφος και του καραγκιόζη η σκιά.

Βράζει μέσα μου η φασαρία. Το πείραγμα το παιδικό. Τρέχω να προλάβω την σκανταλιά. Αγκαλιάζω την ημέρα, την στιγμή, την αναπνοή όπως έρθει, όπως μπορώ.

Όλος ο τοίχος μια ζωγραφιά τα ξυλόφωνα και των πινέλων η μπογιά.

Νοιώθω μικρός, μεγάλος μα και παιδί. Γίνομαι Σοφία, Στάθης, Σίσυ, Νίκος, κύριος Ερμής. Γίνομαι Λουίζα, Ιωάννα. Γίνομαι Χρήστος. Γίνομαι Μανώλης. Γίνομαι Όλγα. Γίνομαι Στέφανος, Κώστας, Αλέκος, Γιάννα. Γίνομαι Στράτος, Ελένη και Ζωή. Γίνομαι οι δικοί μας άνθρωποι πάνω σε αυτή την πανέμορφη-μητέρα Γη.

Όλος ο τοίχος μια ζωγραφιά το ‘γκαζόν’ και των δασκάλων η αγκαλιά.

Φωνάζω μέσα στην τάξη. Υφαίνω ιστορίες. Τρομερές. Κρύβω βιβλία, σοκολάτες και μυστικά… Έλενα. Πάνος. Νίκος. Γεράσιμος. Δάφνη. Μαρία. Πάνος. Βάνια. Στέλιος. Πάνος. Μαρία. Γιάννης. Μαριλένα. Είναι όλοι εδώ. Τους αισθάνομαι δίπλα μου. Είναι αληθινοί.

Όλος ο τοίχος μια ζωγραφιά τα χαμόγελα και των φίλων η συντροφιά.

Ανεβαίνω στα δέντρα. Πέφτω. Χτυπάω. Σηκώνομαι. Περπατάω. Σκοτούρες χαρίζω σε όποιον μπροστά μου κατά λάθος βρεθεί. Βλέπω συμμαθητές. Μικρότερους. Από τις άλλες τάξεις. Τους αγγίζω. Είναι όλοι πραγματικοί. Είναι νεογέννητοι γαλαξίες Δελφικοί. Τους ακούω. Η φιγούρα τους την ατμόσφαιρα αναμοχλεύει ζωηρά. Μπαίνω ανάμεσα τους. Τους ενοχλώ. Εκείνοι συνεχίζουν. Φτιάχνουν. Γνωρίζουν. Επιθυμούν. Χαίρομαι με την χαρά τους. Λυπάμαι με την λύπη τους. Νοιώθω όπως και αυτοί. Ελεύθερος. Μένω εδώ στο όνειρο. Έχω πολλά να βρω. Άλλα τόσα να πω.

Όλος ο τοίχος μια ζωγραφιά το Εργαστήρι που έχουμε στην καρδιά.

4.

Απρίλιος 1982. Απόγευμα. Ησυχία παντού. Εγώ και ο Γεράσιμος, παραβιάζουμε την πόρτα του «Χημείου». Τα μελάνια του πολύγραφου μας ποτίζουν τα πνευμόνια. Κοιτάμε πίσω μας. Δεν μας είδαν. Μπαίνουμε μέσα συνωμοτικά. Κλείνουμε την πόρτα Προσεκτικά. Η περιέργειά μας στα ύψη. Ψαχουλεύουμε ντουλάπια. Ανοίγουμε μπουκάλια. Τα μυρίζουμε. Ζαλιζόμαστε.

Βλέπω ένα δοχείο πλαστικό. Στο μάρμαρο του ζωγραφισμένου παραθύρου. Είναι πρόκληση. Θα το φτάσω, λέω μέσα μου. Ο Γεράσιμος ανοίγει ένα κουτί με μπογιά. Βάζει μέσα το δάχτυλο του. Μπογιατίζει ένα ντουλάπι, μετά ένα χαρτόνι. Αποφασίζω να πιάσω το δοχείο. Διστάζω για μια στιγμή. Κοιτάω πίσω μου. Ο Γεράσιμος συνεχίζει να ζωγραφίζει. Σηκώνομαι στις μύτες. Ακουμπάω το δοχείο ελάχιστα. Όσο χρειάζεται για να χάσει την ισορροπία του. Αρχίζει να πέφτει. Παγώνω. Βλέπω ότι δεν έχει καπάκι. Κλείνω αστραπιαία τα μάτια μου. Το διάφανο υγρό χύνεται πάνω μου, στον δεξί ώμο. Ευτυχώς!, λέω αθόρυβα από μέσα μήπως και με ακούσει η Σοφία από την αυλή. Ανοίγω τα μάτια μου. Βλέπω. Παραλίγο!

Σηκώνω το δοχείο άμεσα. Γράφει απ’ έξω, σε μια αυτοκόλλητη ετικέτα με μεγάλα γράμματα, «ΧΛΩΡΙΟ». Ο Γεράσιμος ακούει τον θόρυβο. Γυρίζει και μου λέει ψιθυριστά, «Έγινε τίποτα;». «Όχι.» του απαντάω. «Πρέπει να φύγουμε.», συνεχίζω. Σηκώνεται, αφήνει το κουτί με την μπογιά ανοιχτό. Κλείνω την πόρτα αργά-αργά. Δεν μας είδε κανείς, σκέφτομαι.

Τα μάτια κλείνουν τώρα. Μια ανάσα βαθιά. «Μην ξεχάσεις το δώρο μου.», μου σιγοψιθυρίζει εκείνη από το παρόν που ζει έξω από το όνειρο. Γυρίζω εμπρός για να έρθω πίσω ξανά.

Απρίλιος 1983.Είμαι στο ιατρείο. Ο γιατρός με εξετάζει. Τα χέρια του είναι κρύα. Παγωμένη είναι και η όψη του. Βλέπει το σημάδι. «Είναι μελάνωμα», λέει απότομα. «Τι είναι αυτό» ρωτάω. Δεν μου απαντάει. Διστάζει. «Δεν είναι κάτι ανησυχητικό», λέει τώρα κάπως πιο ανθρώπινα. «Μπορεί να φταίει και το χλώριο», συνεχίζει. «Θα δούμε στην πορεία», λέει και τελειώνει την σκέψη του. Κάτι σαν βροχή ακούγεται έξω από το παράθυρο.

Το σημάδι είναι ακόμα εδώ. Πάνω μου. Για να μου θυμίζει πάντα το Εργαστήρι και τις σκανταλιές μου. Συνεχίζει η βιωματική μελαγχολία της απώλειας. «Που είναι οι φίλοι μου», φωνάζω μέσα μου ουρλιάζοντας. Σιωπή. Θλίψη. Και ξανά σιωπή. Η πόρτα του ιατρείου κλείνει αθόρυβα. Το όνειρο τελείωσε.

5.

Σεπτέμβριος 2010. Είμαι Εδώ. Υπάρχω. Ακόμα. Αντέχω τελικά. Η πόλη αόρατη, ερήμωσε και πάλι. Στο ροδαλό της χρώμα κρύβετε ένα δώρο. Εκείνη μου το χάρισε, τότε στο Εργαστήρι. Χωρίς όρους. Δίχως κανόνες. Τώρα της το επιστρέφω. Το ένοιωσα. Το απόλαυσα. Το χάρηκα. Απόλυτα. Καθολικά. Μυστηριακά. Με πάθος.

Βρέχει. Νομίζω και πάλι. Εκείνη είναι δίπλα μου. Κάθε φορά που συναντιόμαστε βρέχει και είναι υπέροχο! λέω μέσα μου. «Ότι κάνεις είναι υπέροχο!», της λέω. Με κοιτάζει, δεν ανταποκρίνεται.

«Το δώρο μου, το θυμάσαι τώρα;», με ρωτάει με τρυφερότητα. «Ναι», απαντάω με δωρικό θάρρος. Της πιάνω απαλά το χέρι και της λέω δύο λέξεις: «Ελευθερία Έκφρασης». Με φιλάει αθώα όπως πάντα και χάνεται αέρινα προς την σκοτεινή πλευρά του βουνού, από όπου ήρθε. Την ακούω από μακριά να λέει: «Τρελό σύννεφο συνέχισε να χορεύεις ελεύθερα. Μην σταματάς. Συνέχισε!».

Επίλογος

Πως μπορείς να περιγράψεις μια ουτοπία σαν το Εργαστήρι; Δεν μπορείς! Πρέπει να την ζήσεις. Να την βιώσεις. Ολόψυχα. Πρέπει όμως και να την μοιραστείς, όσο σου το επιτρέπουν οι δυνάμεις σου.

Δεν έχει νόημα να κρατάς μέσα σου κρυμμένους θησαυρούς. Δεν έχει νόημα να φυλακίζεις το Εργαστήρι στις νοσταλγικές αναμνήσεις σου.

Επέστρεψε αυτό το δώρο της ζωής ανιδιοτελώς όπως και όπου μπορείς. Δείξε στους ανθρώπους, με παράδειγμα το Εργαστήρι, ότι όταν κάποιος έχει πολλές επιλογές έκφρασης δεν νιώθει απλά ελεύθερος αλλά είναι.

Άλλαξε τον κόσμο, όπως το Εργαστήρι άλλαξε εσένα. Προς το καλύτερο.

Υ.Γ.
Μην πιστεύετε ούτε μία, ούτε δύο λέξεις από αυτά που λέει ένας αξιόπιστος ψεύτης συγγραφέας. Μην πιστεύετε, ζήστε!

Αντώνης (Τόνυ) Πετράς
11/02/2011

2 Σχόλια + Το σχόλιό σου

  • Kαλή δουλειά λεβέντη μου, έχει αξία μεγάλη επειδή είναι δική σου.
    Η Ακράτα ήταν το 2004 ή κάνω λάθος ???

  • Πού κάνω like; :ο)

    Μπράβο Αντώνη!

    Προς mamolis: Ήταν δυο Ακράτες, μια της τάξης του Αντώνη το 1982 και μια της δικιάς μου το 1984 :ο)

Σχολιάστε το Άρθρο

Πρέπει να είστε συνδεδεμένος για να σχολιάσετε.