Κοκκινόχωμα – Πάνος

Ιαν 28, 2015 by     0 Σχολια    Κατηγορία: Μαθητες, Το Βιβλιο

Αυτή πρέπει να είναι η δέκατη φορά που επιχειρώ να γράψω κάτι για το Εργαστήρι. Όλες οι προηγούμενες απόπειρες εστάλησαν στον κάδο απορριμάτων και συνάντησαν τη μοίρα τους σε αυτό το «χρατς» που κάνει o ηλεκτρονικός υπολογιστής όταν μετακινείς το αρχείο πάνω στο κουβαδάκι. Την πρώτη μου βγήκε πολύ γλυκερό, την επόμενη πολύ «στεγνό», την άλλη πολύ καταγγελτικό, την άλλη κάργα ενοχικό και άντε πάλι από την αρχή. Κατέληξα στο σχεδόν λυτρωτικό συμπέρασμα ότι το Εργαστήρι ήταν κάτι τόσο σύνθετο και αυτοαναφορικό που χρειάζεται να είσαι ποιητής για να γράψεις γι’ αυτό – και ποιητής δεν είμαι. Οπότε το άφησα στην ησυχία του και με άφησε και αυτό στη δική μου (λέμε τώρα).

Η αλήθεια είναι πως το Εργαστήρι δεν με άφησε ποτέ στην «ησυχία» μου.

Αν μου έλεγες να το περιγράψω με μια λέξη, θα απαντούσα «κοκκινόχωμα». Αυτό της πίσω αυλής, όπου παίζαμε με τις ώρες μπάλα. Ακόμα θυμάμαι ότι χάναμε πάντα από την τάξη του Κωστή, που ήταν η αμέσως μεγαλύτερη. Και θυμάμαι που όταν μια φορά πήγα και είπα απογοητευμένος στην Ιωάννα ότι χάνουμε 7-0, η γλυκιά μου, με αυτήν την υπέροχη προφορά της, με καθησύχασε: «Σιγά μωρέ μη χάνουμε και 100-0!». (Σημασία έχει η συμμετοχή, ο αγώνας, το να μάχεσαι ενάντια στις πιθανότητες – όλα σε μια φράση προς ένα εξάχρονο).

Ακόμη πιστεύω ότι ο μεγαλύτερος τερματοφύλακας που έχω δει στη ζωή μου – και ως (πρώην) αθλητικογράφος έχω δει πολλούς – είναι ο Τόνι. Ότι το επώνυμό του είναι Πετράς, το έμαθα δεκαετίες αργότερα, δεν έχει σημασία. Είναι δε σαφές ότι ο Μέσι είναι σχεδόν όσο ταλαντούχος ήταν ο υπερήρωας εξάδελφος Νίκος, που φυσικά μπορούσε να τους νικήσει όλους. Και όταν παίζαμε σε αυτό το χέρσο παραδιπλανό οικόπεδο με κάποιο άλλο σχολείο, η Δάφνη η Ψιμάρα, ως κεντρικό μπακ, ήταν ένα «κλικ» πιο πειθαρχημένη από τον Μπεκενμπάουερ απαγορεύοντάς μας, σε εμένα και τον Μάρτιν, να εγκαταλείπουμε τις γραμμές μας επειδή θέλαμε να μιλήσουμε την ώρα που οι δικοί μας ήταν στην επίθεση.

Κάποτε με τον Βαγγέλη τον Αθανασούλια είχαμε ξανασυζητήσει για το Εργαστήρι – διότι, είπαμε, δεν μας άφησε ποτέ στην ησυχία μας. Είχαμε καταλήξει στο εξής απλουστευτικό, αλλά και ουσιώδες: Στο Εργαστήρι οφείλουμε το ότι οι παιδικές μας αναμνήσεις δεν είναι τσιμέντο.

Κατ’ αναλογία στο τσιμέντο δύσκολα φυτρώνει κάτι. Στο «κοκκινόχωμα» του Εργαστηριού καλλιεργήθηκαν τα πάντα.

Οι δάσκαλοί μας είχαν το ελεύθερο και παράλληλα ένα σχεδόν θεϊκό βάρος, να μας πάρουν άγραφους χάρτες και να μας ενσταλάξουν αυτά που έπρεπε – Ιωάννα, Νίκο, Μανώλη θα σας ευγνωμονώ για πάντα που με κάνατε να λατρεύω τη γνώση και να μην θυμάμαι ούτε μία στιγμή σε αυτά τα έξι χρόνια που να βαρέθηκα στο μάθημα.

Εμείς από την άλλη είχαμε το ελεύθερο να αναπτύξουμε ό,τι είχε ο καθένας να δώσει, τα καλά και τα λιγότερο καλά, χωρίς ντροπές ή περιορισμούς. Ακόμα θυμάμαι μια ημέρα προς το τέλος της Γ’ τάξης που έπρεπε να βάψουμε ένα μεγάλο χαρτί πράσινο για να ντυθούμε δεινόσαυροι στην γιορτή. Κάποιος πρώτος έβαλε την παλάμη του στην μπογιά και έπειτα την κόλλησε στον ως τότε λευκό τοίχο στο πίσω ισόγειο. Ακολουθήσαμε όλοι! Και κανείς από τους δασκάλους, διευθυντές δεν είπε να σβηστούν – οι αμέτρητες μικρές πράσινες μούντζες έμειναν ως το τέλος.

Το τέλος…

Από το «δικό μου» Εργαστήρι, δεν μπορώ δυστυχώς να παραλείψω το τραύμα του κλεισίματος του σχολείου, ότι η τάξη μου έκλεισε την πόρτα πίσω της. (Υποθέτω πιο τραυματικό θα ήταν για τους μικρότερους που η εμπειρία του Εργαστηριού ακρωτηριάστηκε το καλοκαίρι του ’85).

Εμένα θα με στοιχειώνει πάντα αυτό το κλείσιμο, διότι μεγαλώνοντας κατάλαβα ότι αυτό το σχολείο δεν ήταν απλά ένα δημοτικό για να περάσουν έξι πανέμορφα χρόνια μερικά ευλογημένα παιδιά – που κι αυτό βέβαια αρκεί. Ηταν ένα σχολείο-επανάσταση, που έχτιζε στέρεες προσωπικότητες, υπέροχες φιλίες και καθαρά μυαλά, ένα σχολείο που θα μπορούσε να αλλάξει τον κόσμο. Οπότε δεν θα πάψω να αναζητώ μια επαρκή απάντηση.

Όχι, δεν πάσχω από μεγαλοϊδεατισμούς που χαρακτηρίζουν τα ιδιωτικά σχολεία. Μια χαρά περνάω με τους φίλους μου από το Εργαστήρι, όταν συναντιόμαστε μια στο τόσο, στα 40 μας πια.

Όποτε συναντιόμαστε επιβεβαιώνω το ίδιο συμπέρασμα: Αυτό που ήταν από τότε ο καθένας, το ίδιο είναι και σήμερα, διότι τότε δεν χρειάστηκε και τώρα δεν χρειάζεται τίποτα να κρύψει. Μοιραζόμαστε όλοι μια κοινή ευλογία.

Υ.Γ. Αν αυτό το κείμενο δημοσιευτεί οφείλεται στην Λένα Δαλακίδη, που στη μάζωξη της 5ης Απριλίου με έκανε να ξεπεράσω τους ενδοιασμούς μου, συμβουλεύοντάς με να γράψω ό,τι μου έρθει. Δεν τη θυμάμαι καθόλου από το Εργαστήρι. Την εμπιστεύομαι απολύτως.

– Πάνος Παπαδόπουλος

Σχολιάστε το Άρθρο

Πρέπει να είστε συνδεδεμένος για να σχολιάσετε.